Κάταγμα σκαφοειδούς

Το κάταγμα σκαφοειδούς είναι μία από τις συχνότερες οστικές κακώσεις του καρπού. Αφορά το μικρό οστό που βρίσκεται κοντά στη βάση του αντίχειρα. Αρχικά, λαμβάνεται συνήθως λανθασμένα ως απλό διάστρεμμα. Ωστόσο, η ιδιαίτερη αιμάτωση του σκαφοειδούς μπορεί να δυσκολέψει την επούλωσή του. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία είναι σημαντικές για την αποφυγή επιπλοκών και τη διατήρηση της λειτουργικότητας του καρπού

 

Τι είναι το κάταγμα σκαφοειδούς;

Το κάταγμα σκαφοειδούς είναι το σπάσιμο του σκαφοειδούς οστού, ενός από τα οκτώ μικρά οστά που σχηματίζουν τον καρπό. Το σκαφοειδές οστό βρίσκεται στην πλευρά του αντίχειρα, ακριβώς πάνω από την κερκίδα. Αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό οστό, καθώς συμβάλλει τόσο στη σταθερότητα όσο και στην ομαλή κίνηση του καρπού. Το κάταγμα μπορεί να εντοπιστεί στο περιφερικό, στο μέσο, όπου είναι και το πιο συχνό, ή στο κεντρικό τμήμα του οστού. Η ακριβής θέση του κατάγματος επηρεάζει τόσο τον χρόνο επούλωσης όσο και την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Παρότι πρόκειται για ένα μικρό οστό, το σκαφοειδές έχει ιδιαίτερη ανατομία και αιμάτωση, γεγονός που μπορεί να δυσκολέψει την πώρωση σε ορισμένες περιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό, ένα κάταγμα σκαφοειδούς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας απλός τραυματισμός του καρπού. Χρειάζεται έγκαιρη διάγνωση και σωστή θεραπευτική προσέγγιση.

 

Πώς προκαλείται το κάταγμα σκαφοειδούς;

Η συχνότερη αιτία κατάγματος σκαφοειδούς είναι η πτώση πάνω σε τεντωμένο χέρι, όταν το άτομο προσπαθεί να προστατευτεί από την επαφή με το έδαφος στηρίζοντας το βάρος του στην παλάμη. Η δύναμη που ασκείται στον καρπό κατά την πρόσκρουση οδηγεί σε κάταγμα του σκαφοειδούς, ιδιαίτερα όταν αυτός βρίσκεται σε υπερέκταση.

Εκτός από τις πτώσεις, το κάταγμα μπορεί να προκληθεί και από άμεσο, ισχυρό χτύπημα στην περιοχή του καρπού ή κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων και τροχαίων ατυχημάτων, όπου αναπτύσσονται μεγάλες δυνάμεις στην άρθρωση.

Το κάταγμα σκαφοειδούς εμφανίζεται σε άτομα κάθε ηλικίας. Παρατηρείται, ωστόσο, συχνότερα σε νεότερους και δραστήριους ανθρώπους. Ανάλογα με τον μηχανισμό του τραυματισμού και τη δύναμη που ασκήθηκε, το κάταγμα μπορεί να είναι είτε σταθερό, είτε να συνοδεύεται από μετατόπιση των οστικών τμημάτων. Το γεγονός αυτό επηρεάζει την επιλογή της θεραπείας.

 

Ποια συμπτώματα προκαλεί το κάταγμα σκαφοειδούς;

Τα συμπτώματα του κατάγματος σκαφοειδούς εμφανίζονται συνήθως στην πλευρά του αντίχειρα, στην περιοχή όπου βρίσκεται το οστό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο πόνος είναι έντονος εξ αρχής. Κάποιες φορές, ωστόσο, ο ασθενής δεν πονάει ιδιαίτερα, γεγονός το οποίο μπορεί να τον μπερδέψει και να μη θεωρεί το κάταγμα σοβαρό. Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Πόνο στην περιοχή του καρπού, ιδιαίτερα στη βάση του αντίχειρα
  • Ευαισθησία στην πίεση
  • Πρήξιμο στην πλευρά του αντίχειρα
  • Περιορισμό της κίνησης του καρπού
  • Πόνο που επιδεινώνεται κατά την κίνηση του αντίχειρα ή όταν προσπαθείτε να πιάσετε, να σπρώξετε ή να σηκώσετε κάποιο αντικείμενο
  • Σπανιότερα, μικρή δυσμορφία ή μώλωπες στην περιοχή

 

Κάταγμα σκαφοειδούς Κάταγμα σκαφοειδούς

 

Πώς γίνεται η διάγνωση του κατάγματος σκαφοειδούς;

Η διάγνωση του κατάγματος σκαφοειδούς βασίζεται στο ιστορικό του τραυματισμού, την κλινική εξέταση και τις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις. Κατά την εξέταση, ο ορθοπεδικός αξιολογεί τον καρπό, αναζητώντας κάποια ευαισθησία, πρήξιμο και περιορισμό στην κίνηση

Η ακτινογραφία αποτελεί την πρώτη απεικονιστική εξέταση. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις το κάταγμα δεν είναι ορατό αμέσως μετά τον τραυματισμό. Εάν ο ιατρός υποπτεύεται κάταγμα, θα ακινητοποιήσει τον καρπό με ειδικό νάρθηκα ή γύψο και θα πραγματοποιήσει επανέλεγχο με νέα ακτινογραφία μετά από λίγες ημέρες. Εναλλακτικά, θα συστήσει μαγνητική τομογραφία (MRI), η οποία έχει τη δυνατότητα να αναδείξει το κάταγμα σε πρώιμο στάδιο. Η αξονική τομογραφία (CT) χρησιμοποιείται όταν απαιτείται λεπτομερέστερη εκτίμηση της θέσης του κατάγματος και της τυχόν μετατόπισης των οστικών τμημάτων, ώστε να σχεδιαστεί η κατάλληλη θεραπεία.

 

Πώς αντιμετωπίζεται το κάταγμα σκαφοειδούς;

Η θεραπεία του κατάγματος σκαφοειδούς εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Τέτοιοι είναι η θέση του κατάγματος, η μετατόπιση των οστικών τμημάτων, ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από τον τραυματισμό και η αιμάτωση του οστού. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης έχει καθοριστική σημασία. Το σκαφοειδές παρουσιάζει ιδιαιτερότητες στην επούλωσή του λόγω της περιορισμένης αιμάτωσης ορισμένων τμημάτων του.

 

Συντηρητική αντιμετώπιση

Η συντηρητική θεραπεία ενδείκνυται κυρίως σε σταθερά κατάγματα χωρίς μετατόπιση. Σε αυτές τις περιπτώσεις εφαρμόζεται ειδικός νάρθηκας ή γύψος που ακινητοποιεί τον καρπό και τον αντίχειρα. Έτσι, διατηρούνται σταθερά τα οστικά τμήματα μέχρι να ολοκληρωθεί η πώρωση.

Τα κατάγματα που εντοπίζονται πιο κοντά στον αντίχειρα έχουν συνήθως καλύτερη αιμάτωση και, κατά συνέπεια, επουλώνονται ευκολότερα. Αντίθετα, όταν το κάταγμα βρίσκεται στο μέσο ή προς το κεντρικό τμήμα του σκαφοειδούς, η επούλωση είναι πιο αργή. Ο ασθενής πρέπει να διατηρεί το χέρι του ακινητοποιημένο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας πραγματοποιείται τακτικός έλεγχος με απεικονιστικές εξετάσεις, ώστε να επιβεβαιώσει ο ιατρός ότι το κάταγμα επουλώνεται φυσιολογικά

 

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική θεραπεία προτείνεται όταν το κάταγμα είναι μετατοπισμένο, αφορά το κεντρικό τμήμα του σκαφοειδούς ή εκτιμάται ότι οι πιθανότητες φυσιολογικής πώρωσης με συντηρητική αντιμετώπιση είναι περιορισμένες. Στόχος της επέμβασης είναι η ανατομική ανάταξη και η σταθεροποίηση του κατάγματος. Έτσι, δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες για την επούλωση του οστού.

Η σταθεροποίηση πραγματοποιείται συνήθως με ειδική συμπιεστική βίδα. Σε πιο σύνθετα ή συντριπτικά κατάγματα μπορεί να χρειαστεί οστικό μόσχευμα από άλλο σημείο του σώματος. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του κατάγματος, η επέμβαση μπορεί να γίνει είτε με ανοικτή προσπέλαση είτε διαδερμικά, μέσω πολύ μικρής τομής και με τη βοήθεια ακτινοσκοπικού ελέγχου. Η διαδερμική τεχνική εφαρμόζεται σε επιλεγμένες περιπτώσεις. Έχει το πλεονέκτημα του μικρότερου χειρουργικού τραυματισμού, χωρίς να διαταράσσει σημαντικά την αιμάτωση του σκαφοειδούς.

 

Ο Δρ. Χρήστος Βώττης είναι Ορθοπεδικός Χειρουργός με εξειδίκευση στη Χειρουργική Χεριού, Άνω Άκρου και Μικροχειρουργική, την οποία απέκτησε στο Γ.Ν.Α. «ΚΑΤ». Έχει ολοκληρώσει την ειδικότητά του στην Ορθοπεδική και Τραυματολογία στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚΟΝ» και μετεκπαιδεύτηκε στο κορυφαίο Hospital for Special Surgery (HSS) της Νέας Υόρκης. Με πολυετή κλινική εμπειρία και επιστημονική δραστηριότητα, προσφέρει εξατομικευμένη αντιμετώπιση για τραυματισμούς του καρπού και του άνω άκρου. Εάν έχετε υποστεί κάταγμα σκαφοειδούς ή εμφανίζετε επίμονο πόνο μετά από τραυματισμό στον καρπό, επικοινωνήστε μαζί του, ώστε να τεθεί έγκαιρα η σωστή διάγνωση και να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία για την ασφαλή και πλήρη αποκατάστασή σας.